εκπροσωπώ

(-έω) (Μ ἐκπροσωπῶ)
αντιπροσωπεύω, ενεργώ εξ ονόματος άλλου
νεοελλ.
είμαι προσωποποίηση μιας ιδεολογίας ή ιδιότητας, εκφράζω χαρακτηριστικά ιδεολογία ή ιδιότητα («εκπροσωπεί τη δικαιοσύνη»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εκπροσωπώ — εκπροσωπώ, εκπροσώπησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εκπροσωπώ — εκπροσώπησα, εκπροσωπήθηκα, εκπροσωπημένος, μτβ. 1. αντιπροσωπεύοντας κάποιον ενεργώ στο όνομά του και για λογαριασμό του: Την Ελλάδα στο διεθνές συνέδριο την εκπροσώπησε ο πρωθυπουργός. 2. μτφ., προσωποποιώ αφηρημένη έννοια, εμφανίζομαι ως… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προΐστημι — ΝΜΑ [ἵστημι] μέσ. προΐσταμαι είμαι επικεφαλής, αρχηγεύω (α. «προΐσταται στις ανασκαφές» β. «οὗτοι γὰρ μάλιστα προειστήκεισαν τῆς μεταβολῆς», Θουκ.) νεοελλ. α) (η μτχ. αρσ. και θηλ. μέσ. ενεστ. ως ουσ.) ο προϊστάμενος, η προϊσταμένη ο επικεφαλής,… …   Dictionary of Greek

  • πρόσωπο — Μέρος της κεφαλής που βρίσκεται κάτω από το μπροστινό τμήμα του κρανίου. Ο σκελετός του αποτελείται από 6 ζυγά οστά (άνω γνάθος, ζυγωματικό οστό, δακρυϊκό οστό, ρινικό οστό, κάτω ρινική κόγχη, υπερώιον) και από δύο μονά (κάτω γνάθος και ύνις)· τα …   Dictionary of Greek

  • υπογράφω — ὑπογράφω ΝΜΑ [γράφω] 1. γράφω με το ίδιο μου το χέρι το όνομά μου στο τέλος κειμένου ή εγγράφου, βάζω την υπογραφή μου (α. «πρέπει να υπογράψω όλα τα έγγραφα σήμερα» β. «Κύριλλος ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας ὑπέγραψα», Σύν. Εφ. γ. «ὁ δεῑνα ὑπέγραψα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.